Πρόκειται για επέμβαση κατά την οποία με ειδικό εργαλείο διανοίγεται ο τυμπανικός υμένας ούτως ώστε να απομακρυνθεί το συσσωρευμένο στο μέσο ους υγρό. Η πάθηση κατά την οποία το μέσο ους γεμίζει υγρό ονομάζεται εκκριτική ωτίτιδα ή μέση ωτίτιδα με υγρό. Αφορά κυρίως παιδιά αλλά δεν είναι σπάνια και σε ενήλικες. Η διενέργεια της επέμβασης αποφασίζεται όταν το πρόβλημα διαρκεί πάνω από 3 μήνες, αφορά και στα δύο αυτιά και οι συντηρητικές μέθοδοι αντιμετώπισης (ρινικές πλύσεις, sprays) αποτυγχάνουν να δώσουν λύση. Εκκριτική ωτίτιδα Αιτία: Δυσλειτουργία ή απόφραξη της ευσταχιανής σάλπιγγας, υπερτροφία αδενοειδών εκβλαστήσεων κατά την παιδική ηλικία, αλλεργική ρινίτιδα, χρόνια ρινίτιδα, σκολίωση ρινικού διαφράγματος, ρινικοί πολύποδες, παρουσία μορφώματος ρινοφάρυγγα. Κλινική Εικόνα: Αίσθημα πληρότητας ωτός, βαρηκοΐα αγωγιμότητας, αδυναμία εξίσωσης, αίσθημα σαν να βρίσκεται κανείς σε υψόμετρο. Διάγνωση: Ωτοσκόπηση (παρουσία υγρού πίσω από την τυμπανική μεμβράνη), Τυμπανομετρία (καμπύλη β), Τονική ακοομετρία (βαρηκοΐα αγωγιμότητας) Αντιμετώπιση: υπό γενική αναισθησία διάνοιξη του τυμπανικού υμένα και παροχέτευση του υγρού. Σε ορισμένες περιπτώσεις κρίνεται απαραίτητη η τοποθέτηση σωληνίσκων αερισμού, οι οποίοι διευκολύνουν τον αερισμό της κοιλότητας του μέσου ωτός για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Μετεγχειρητική πορεία: Στις περισσότερες περιπτώσεις η ακοή επανέρχεται άμεσα στα φυσιολογικά επίπεδα. Είναι σημαντικό για 7-10 ημέρες μετά την επέμβαση να αποφεύγεται η διαβροχή των αυτιών. Η οπή του τυμπανικού υμένα «κλείνει» αυτόματα μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα. Οι σωληνίσκοι αερισμού «πέφτουν» μέσα σε 3-6 μήνες μετά την επέμβαση και η οπή κλείνει και πάλι αυτόματα μέσα σε λίγες ημέρες. Περίπου στο 13% των περιπτώσεων αυτό μπορεί να μην συμβεί και επομένως να απαιτηθεί νέα χ/κη επέμβαση για τη σύγκλειση της οπής (τυμπανοπλαστική). Επιπλοκές: σπάνιες (παραμονή διάτρησης τυμπανικού υμένα, λοίμωξη μέσου ωτός) εφόσον τηρηθούν ευλαβικά οι μετεγχειρητικές οδηγίες
Η τυμπανική μεμβράνη είναι ένας λεπτός υμένας που χωρίζει το εξωτερικό αυτί από το μέσο αυτί. Σε περίπτωση ρήξης του τυμπανικού υμένα το μέσο ους είναι σε άμεση επικοινωνία με το εξωτερικό περιβάλλον, με αποτέλεσμα α) να επηρεάζεται η ακοή και β) να αυξάνεται η πιθανότητα μόλυνσης του μέσου ωτός. Η ρήξη του τυμπανικού υμένα (ή αλλιώς διάτρηση) μπορεί να προκληθεί από τραυματισμό (πχ άμεση πλήξη ωτός, χαστούκι, τραυματισμός με μπατονέτα), οξεία λοίμωξη (οξεία μέση πυώδης ωτίτιδα) και αν δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα να οδηγήσει σε χρόνια μέση ωτίτιδα. Συνήθως η διάτρηση επουλώνεται εντός λίγων ημερών, αν αυτό όμως δεν συμβεί, ο ασθενής θα πρέπει να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση (τυμπανοπλαστική) για την αποκατάστασή της. Η επέμβαση πραγματοποιείται υπό γενική αναισθησία και με τη χρήση ωτομικροσκοπίου. Σκοπός της τυμπανοπλαστικής είναι η σύγκλειση της διάτρησης του τυμπανικού υμένα, με τη χρήση χόνδου και περιτονίας. Έτσι, αποκαθίσταται άμεσα μετεγχειρητικά η ακοή του ασθενούς και παύει να επικοινωνεί το μέσο ους με το εξωτερικό περιβάλλον, οπότε πλέον δεν υπάρχει κίνδυνος λοίμωξης της κοιλότητας του μέσου ωτός. Κατά τη μετεγχειρητική περίοδο είναι σημαντική η ρινική αποσυμφόρηση με ρινικές πλύσεις και sprays και η χορήγηση αντιβιοτικής αγωγής. Χορηγείται 15ημερη αναρρωτική άδεια κατά την οποία πρέπει να αποφεύγεται η έντονη σωματική δραστηριότητα, η άρση βάρους και το δυνατό φύσημα της μύτης.
Στην κοιλότητα του μέσου ωτός υπάρχει η ακουστική άλυσος, η οποία αποτελείται από τη σφύρα, τον άκμονα και τον αναβολέα. Τα τρία αυτά οστάρια συμβάλλουν στη μεταφορά του ήχου από τον τυμπανικό υμένα στον κοχλία. Σε περίπτωση που υπάρχει διαταραχή της λειτουργίας των οσταρίων (πχ ωτοσκλήρυνση), ο ασθενής παρουσιάζει βαρηκοΐα αγωγιμότητας. Οσταριοπολαστική είναι η χειρουργική επέμβαση κατά την οποία επιδιορθώνονται βλάβες των οσταρίων και αποκαθίσταται η ακοή του ασθενούς. Πραγματοποιείται υπό γενική αναισθησία και με τη χρήση ωτομικροσκοπίου. Οι μετεγχειρητικές οδηγίες είναι ίδιες με αυτές της τυμπανοπλαστικής.
Το χολοστεάτωμα αφορά σε χρόνια φλεγμονή του μέσου ωτός ή/και της μαστοειδούς απόφυσης. Μπορεί να υπάρχει από τη γέννηση (συγγενές χολοστεάτωμα) ή μετά από επαναλαμβανόμενες λοιμώξεις του μέσου ωτός (επίκτητο χολοστεάτωμα). Κατά την πρόοδο της νόσου σχηματίζεται κύστη, η οποία σταδιακά αυξανόμενη σε μέγεθος μπορεί να καταστρέψει δομές του μέσου ωτός. Η κλινική εικόνα μπορεί να περιλαμβάνει αίσθημα πίεσης, εκκροή υγρού μέσω της τυμπανικής μεμβράνης, βαρηκοΐα αγωγιμότητας, εμβοές ή/ και διαταραχές ισορροπίας. Για τη θεραπεία του χολοστεατώματος, ο ασθενής πρέπει να υποβληθεί σε τυμπανομαστοειδεκτομή υπό γενική αναισθησία. Κατά την επέμβαση αφαιρείται το χολοστεάτωμα με μεγάλη προσοχή ώστε να μην επηρεαστούν οι δομές του μέσου ωτός και της μαστοειδούς απόφυσης. Κατά τη μετεγχειρητική περίοδο είναι σημαντικό να αποφεύγεται η έντονη σωματική δραστηριότητα, η άρση βάρους και το δυνατό φύσημα της μύτης.
Η ωτοσκλήρυνση είναι μια κληρονομική πάθηση κατά την οποία το οστό του αναβολέα απορροφάται και σταδιακά αντικαθύσταται από σκληρότερο οστό, με αποτέλεσμα το οστάριο να γίνεται πιο δύσκαμπτο και ο ασθενής να παρουσιάζει βαρηκοΐα αγωγιμότητας. Για την αντιμετώπιση της ωτοσκλήρυνσης ο ασθενής έχει δύο επιλογές: εφαρμογή ακουστικού βαρηκοΐας ή χειρουργική επέμβαση (αναβολεκτομή). Η αναβολεκτομή πραγματοποιείται υπό γενική αναισθησία με χρήση ωτομικροσκοπίου και αφορά σε αφαίρεση του αναβολέα και αντικατάστασή του από μεταλλική πρόθεση. Μετά την επέμβαση πρέπει να αποφεύγεται η έντονη σωματική δραστηριότητα. Η ακοή επανέρχεται κατά την άμεση μετεγχειρητική περίοδο.
Το προωτιαίο συρίγγιο είναι μια συγγενής πάθηση, που εμφανίζεται με τη μορφή μικρής διόγκωσης ή τρύπας μπροστά από τον έξω ακουστικό πόρο. Είναι πιο συχνό στα κορίτσια και μπορεί να συνοδεύεται από συγγενή βαρηκοΐα. Σε επαναλαμβανόμενες φλεγμονές του συριγγίου παρατηρείται εκροή υγρού από το στόμιό του και απαιτείται χορήγηση αντιβιοτικής αγωγής. Όταν οι φλεγμονές είναι συχνές ή η παρουσία του συριγγίου “ενοχλεί” από αισθητικής άποψης συστήνεται η χειρουργική αφαίρεση του προωτιαίου συριγγίου υπό γενική αναισθησία. Ο ασθενής εξέρχεται την ίδια μέρα από το νοσοκομείο και μπορεί να επιστρέψει άμεσα στις καθημερινές του υποχρεώσεις.
Πρόκειται για καλοήθεις διογκώσεις του οστέινου τμήματος του έξω ακουστικού πόρου. Προβάλλουν εντός του έξω ακουστικού πόρου με αποτέλεσμα να παρεμποδίζουν τη διέλευση του ήχου (βαρηκοΐα) και την απομάκρυνση της κυψελίδας (συσσώρευση κυψελίδας, ωτίτιδα). Συνήθως, αφορούν και τα δύο αυτιά και έχουν αργή ανάπτυξη. Η συχνή διαβροχή των αυτιών με κρύο νερό (πχ κατά την κολύμβηση) έχει συνδεθεί με την ανάπτυξη εξοστώσεων. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι εξοστώσεις είναι ασυμπτωματικές και διαγιγνώσκονται τυχαία κατά την ωτοσκόπηση. Αν προκαλούν συμπτώματα (βαρηκοΐα, ωτίτιδες) θα πρέπει να αφαιρεθούν χειρουργικά υπό γενική αναισθησία.
Τα αφεστώτα ώτα (ή αλλιώς πεταχτά αυτιά) είναι μια κατάσταση όπου τα πτερύγια των αυτιών προεξέχουν πολύ από το κεφάλι του ατόμου, ήδη από τη γέννησή του. Τα αφεστώτα ώτα δεν προκαλούν κάποιο λειτουργικό πρόβλημα, ωστόσο επηρεάζουν πολύ την αυτοποπεποίθηση και εν γένει την ψυχολογία τόσο του παιδιού όσο και του ενήλικου ατόμου. Στην ηλικία των 5-6 ετών ολοκληρώνεται η ανάπτυξη των αυτιών, οπότε αυτά έχουν πάρει το τελικό μέγεθος, το σχήμα και τη θέση τους. Για τον λόγο αυτόν, η ηλικία αυτή είναι η καταλληλότερη, ώστε το παιδί να υποβληθεί σε ωτοπλαστική υπό γενική αναισθησία. Πρόκειται για χειρουργική επέμβαση κατά την οποία αναδιαμορφώνεται ο χόνδρος του πτερυγίου και με τη βοήθεια ραμμάτων καθηλώνεται στη σωστή θέση. Ο ασθενής επιστρέφει την ίδια μέρα στο σπίτι, έχοντας ελαστική περίδεση στο κεφάλι. Η επέμβαση είναι ανώδυνη. Τα εξωτερικά ράμματα αφαιρούνται σε 7-10 ημέρες, ενώ τα υπόλοιπα μένουν εφ’ όρου ζωής. Για τις πρώτες 15 ημέρες, συνιστάται η εφαρμογή ελαστικής κορδέλας (τύπου τένις) στα αυτιά και η αποφυγή έντονων αθλητικών δραστηριοτήτων.