Το ρινικό διάφραγμα αποτελείται από χόνδρο και οστό και χωρίζει τη μύτη σε δύο ρινικές θαλάμες. Η ανάπτυξη του ολοκληρώνεται μέχρι την ηλικία των 16-18 ετών στα κορίτσια και μέχρι τα 18-20 έτη στα αγόρια. Όταν το ρινικό διάφραγμα παρεκλίνει της μέσης γραμμής (σχήμα s ή σχήμα c), ο χώρος στις ρινικές θαλάμες δεν είναι ομότιμος και υπάρχει δυσχέρεια στη διέλευση του αέρα μέσω της μύτης κατά τη ρινική αναπνοή (Σκολίωση ρινικού διαφράγματος). Η σκολίωση του ρινικού διαφράγματος μπορεί να είναι ασυμπτωματική (όταν είναι μικρού βαθμού) ή να προκαλεί δυσχέρεια ρινικής αναπνοής, ροχαλητό, συχνές ωτίτιδες, οξεία ή και χρόνια παραρρινοκολπίτιδα, επεισόδια ρινορραγίας κτλ. Πρόκειται συνήθως για μια κληρονομική κατάσταση, χωρίς να είναι σπάνιες ωστόσο και οι περιπτώσεις που προηγήθηκε κάκωση (αθλητικός τραυματισμός, τροχαίο κτλ). Ο ευθειασμός του ρινικού διαφράγματος πραγματοποιείται με τη μέθοδο της διαφραγματοπλαστικής μέσω μιας τομής στο εσωτερικό της ρινικής κοιλότητας. Με τη χρήση ενδοσκοπίου και μέσω της τομής αυτής γίνεται διόρθωση στις οστικές και χόνδρινες δομές που αποκλίνουν και προκαλούν τη σκολίωση. Έπειτα πραγματοποιείται συρραφή της τομής και του βλεννογόνου που επενδύει το ρινικό διάφραγμα με ειδικά απορροφήσιμα ράμματα. Στο τέλος της επέμβασης, στο κάθε ρουθούνι τοποθετείται ένας εύκαμπτος νάρθηκας σιλικόνης (τύπου Doyle), ο οποίος φέρει αεραγωγό, και έτσι ο ασθενής από την πρώτη στιγμή μετά την επέμβαση αναπνέει μέσω της μύτης. Οι νάρθηκες αφαιρούνται ανώδυνα στο ιατρείο δύο ημέρες μετά την επέμβαση. Η χειρουργική επέμβαση ευθειασμού του ρινικού διαφράγματος είναι στο σύνολό της μια ανώδυνη επέμβαση, χωρίς παραμόρφωση της μύτης ή του προσώπου, πραγματοποιείται υπό γενική αναισθησία και διαρκεί 1-1,5 ώρα ανάλογα με την πολυπλοκότητα του προβλήματος. Οι μετεγχειρητικές οδηγίες περιλαμβάνουν συχνές ρινικές πλύσεις, αντιβιοτική αγωγή, περιοδικούς καθαρισμούς της μύτης στο ιατρείο και αποχή από έντονη σωματική δραστηριότητα περίπου για έναν μήνα.
Οι ρινικές κόγχες (κάτω, μέσες και άνω) είναι σχηματισμοί εντός της ρινικής θαλάμης, που λειτουργούν ως “φίλτρα” του εισπνεόμενου αέρα, του οποίου ρυθμίζουν τη θερμοκρασία και υγρασία. Επίσης, συγκρατούν στην επιφάνειά τους ρύπους, σωματίδια και λοιπά επιβλαβή στοιχεία που μπορεί να περιλαμβάνει ο εισπνεόμενος αέρας, προκειμένου να προστατεύσουν το κατώτερο αναπνευστικό (τραχεία, βρόγχοι, πνεύμονες). Οι ρινικές κόγχες (κάτω, μέσες και άνω) είναι σχηματισμοί εντός της ρινικής θαλάμης, που λειτουργούν ως “φίλτρα” του εισπνεόμενου αέρα, του οποίου ρυθμίζουν τη θερμοκρασία και υγρασία. Επίσης, συγκρατούν στην επιφάνειά τους ρύπους, σωματίδια και λοιπά επιβλαβή στοιχεία που μπορεί να περιλαμβάνει ο εισπνεόμενος αέρας, προκειμένου να προστατεύσουν το κατώτερο αναπνευστικό (τραχεία, βρόγχοι, πνεύμονες). Σε αντίθεση με το ρινικό διάφραγμα που δεν αλλάζει μέγεθος ή σχήμα από μέρα σε μέρα, οι κόγχες (και ειδικά οι κάτω ρινικές κόγχες) μπορούν να μεταβάλλουν το μέγεθός τους εξαιτίας της πλούσιας αιμάτωσης που παρέχουν τα αγγεία. Σε ορισμένες περιπτώσεις ενδέχεται η κάτω ρινική κόγχη να αυξηθεί σημαντικά σε μέγεθος. Αυτό συμβαίνει ιδίως σε περίπτωση κρυολογήματος, ιογενούς ή αλλεργικής ρινίτιδας, χρόνιας ρινοκολπίτιδας και σκολίωσης του ρινικού διαφράγματος. Παράλληλα, η ύπαρξη ορμονικών διαταραχών ιδίως κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης, ή παραγόντων όπως το κάπνισμα και η υπερβολική χρήση αποσυμφορητικών ρινικών spray (φαρμακευτική ρινίτιδα) επιβαρύνει την υπερτροφία των ρινικών κογχών. Τα συμπτώματα στην περίπτωση της υπερτροφίας των κάτω ρινικών κογχών, όπως και στη σκολίωση του ρινικού διαφράγματος είναι η δυσχέρεια ρινικής αναπνοής, το μπούκωμα, η καταρροή, η στοματική αναπνοή, οι οπισθορρινικές εκκρίσεις. Οι πλέον αποτελεσματικές μέθοδοι συρρίκνωσης των κάτω ρινικών είναι ο καυτηριασμός με τη χρήση ραδιοσυχνοτήτων και η κογχοπλαστική υπό ενδοσκοπική όραση. Πρόκειται για μεθόδους που όταν εφαρμόζονται σωστά ελευθερώνουν πλήρως τη ρινική αναπνοή με σχεδόν μηδενικές πιθανότητες υποτροπής. Η επέμβαση πραγματοποιείται υπό γενική αναισθησία, είναι εντελώς ανώδυνη και αμέσως μετά το χειρουργείο ο ασθενής αναπνέει, αφού στη μύτη έχουν τοποθετηθεί διεγχειρητικά νάρθηκες σιλικόνης που φέρουν αεραγωγό. Στις περισσότερες περιπτώσεις η κογχοπλαστική συνδυάζεται με τον ευθειασμό του ρινικού διαφράγματος για ένα πιο ολοκληρωμένο αποτέλεσμα. Κατά τη μετεγχειρητική περίοδο των ανωτέρω επεμβάσεων ο ασθενής θα πρέπει να κάνει συχνές ρινικές πλύσεις με ειδική συσκευή, να λάβει αντιβίωση για περίπου 1 εβδομάδα, να αποφέυγει την έντονη σωματική δραστηριότητα και το φύσημα της μύτης για περίπου έναν μήνα.
Πρόκειται για καλοήθεις σχηματισμούς από βλεννογόνο εντός της ρινικής κοιλότητας. Ανάλογα το μέγεθος των πολυπόδων και της έκτασης που αυτοί καταλαμβάνουν μπορούν να προκαλέσουν από ήπια έως σοβαρή ρινική συμφόρηση, κεφαλαλγία, απώλεια όσφρησης ή και γεύσης. Η διάγνωση τίθεται με ενδοσκόπηση ρινός, ενώ συμπληρωματικά απαιτείται συνήθως και απεικονιστικός έλεγχος με αξονική τομογραφία σπλαγχνικού κρανίου. Οι ρινικοί πολύποδες στα αρχικά στάδια μπορούν να αντιμετωπιστούν με τη χορήγηση ρινικών σπρέι, στις περισσότερες περιπτώσεις όμως τελικά θα απαιτηθεί η διενέργεια χειρουργικής επέμβασης υπό ενδοσκοπικό έλεγχο (FESS – Functional Endoscopic Sinus Surgery). Η επέμβαση πραγματοποιείται δια της ρινικής κοιλότητας, χωρίς τομές και είναι εντελώς ανώδυνη. Ο ασθενής εξέρχεται της κλινικής λίγες ώρες αργότερα.
Πρόκειται για χειρουργική επέμβαση που έχει αισθητικό χαρακτήρα και στοχεύει στη βελτίωση του μεγέθους και του σχήματος της μύτης ώστε να επιτευχθεί ένα αρμονικό σύνολο και να ταιριάξει με τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του προσώπου. Υπάρχουν αρκετές τεχνικές για τη διενέργεια της ρινοπλαστικής και η καταλληλότερη επιλέγεται κάθε φορά ανάλογα με τις ανάγκες του εκάστοτε ασθενούς. Η επέμβαση πραγματοποιείται υπό γενική αναισθησία και μπορεί να συνδυαστεί με τον ευθειασμό του ρινικού διαφράγματος ή/και την κογχοπλαστική.